Να ξεφυλλίζουμε…

Υπάρχουν αμέτρητες επιλογές άρθρων, αφιερωμάτων, κειμένων που έχουμε τη δυνατότητα να διαβάσουμε. Κάποιες από αυτές μας προκαλούν το ενδιαφέρον λίγο παραπάνω, μάς ιντριγκάρουν κάπως περίεργα ή/και μας μαθαίνουν κάτι καινούργιο.

Εμείς θα επιλέγουμε για εσάς κάποιες προτάσεις που ξεχωρίσαμε!

Εσείς μπορείτε να μας υποδείξετε κι άλλες και να τις μοιραστείτε μαζί μας!


Στη συνέντευξη Τύπου με την Dr. Jane Goodall, που βρέθηκε πριν λίγες μέρες στην Αθήνα (καλεσμένη των Εκδόσεων Πατάκη, του The Jane Goodall Institute, του Megaron Plus και του British Council) για μια δεν-έπεφτε-καρφίτσα διάλεξη στο Μέγαρο Μουσικής, υπήρχαν δημοσιογράφοι που είχαν μεγαλώσει με τα ντοκιμαντέρ της στο National Geographic. Και στις ερωτήσεις που της έκαναν μπορούσες εύκολα να ακούσεις το ενδιαφέρον και το χαμόγελο των μικρών παιδιών, που ρουφάνε εκστασιασμένα μέσα από την οθόνη την αγάπη και τις γνώσεις της -πιο νέας τότε- Goodall για τους χιμπατζήδες και τα άλλα πρωτεύοντα θηλαστικά.

Τα δύο παιδικά βιβλία της Goodall που κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη.

Την θαύμασα περισσότερο για το πάθος της. Αυτό το πάθος που κάνει έναν άνθρωπο 82 χρονών να ταξιδεύει (όχι ακούραστα, «what can you love about spending your days in airplanes and hotels?» όπως μας είπε), 300 μέρες τον χρόνο και που έχει αποδειχτεί πολύ δυνατότερο από το φόβο απέναντι στον κίνδυνο κι από τη φυσιολογική επιθυμία για μια «φυσιολογική» ζωή.

«Υπάρχουν χιμπατζήδες, όπως και άνθρωποι, που συμπεριφέρονται με κακό και βίαιο τροπο. Δεν μπορεις να τους αντιμετωπίσεις, γιατι ειναι 7 φορές πιο δυνατοί από σένα. Οποτε τους λες απλως να σταματήσουν».
«Και σταματάνε;»
«Όχι».

Την θαύμασα και για την ευθύτητά της και για την απουσία εξιδανίκευσης και για το άχαρο μπουφάν με το οποίο ήταν τυλιγμένη, που μου έμαθε, μαζί με την ίδια, δυο-τρία πράγματα κάπως σημαντικά.

  1. Τη ρωτήσαμε: «Πώς και δεν είχατε επισκεφτεί ώς τώρα την Ελλάδα;». (Την είχε επισκεφτεί, αλλά δεν έχει σημασία.) «Το Roots & Shoots τρέχει αυτή τη στιγμή σε 120 χώρες, εγώ έχω επισκεφτεί μόνο λίγες παραπάνω από 60″ απάντησε η Goodall. Εμείς που ήμασταν σε εκείνο το δωμάτιο ήταν ζήτημα αν είχαμε επισκεφτεί 60 χώρες όλοι μαζί, κι όμως εξακολουθούσαμε να θεωρούμε το να μην έχει επισκεφτεί κανείς την Ελλάδα πολύ πιο σημαντικό από… ε, τα υπόλοιπα.
  2. Τη ρωτήσαμε αν θυμόταν κάτι που είχε πει σε μια συνέντευξη την οποία της είχε πάρει η Τζέιν Φόντα. «Ποια; Μου έχουν πάρει τόσες συνεντεύξεις που δεν θυμάμαι τη συγκεκριμένη στην οποία αναφέρεστε» του απάντησε εκείνη. Αυτό το πάθος εννοώ. Αυτό που σε κάνει να θεωρείς πεζά και δίκαιο να ξεχαστούν πράγματα -ανθρώπους, ονόματα, «αστέρια»- που οι υπόλοιποι θεωρούν αρκετά σημαντικά ώστε να κρατήσουν το ενδιαφέρον τους. Εσύ τα σβήνεις από το μυαλό σου για να μπορέσουν να χωρέσουν εκεί πράγματα πιο ουσιαστικά -διαφορετικά θα ήταν πολύ μικρότερη η αλλαγή που θα έφερνες στον κόσμο.
  3. Τη ρωτήσαμε: «Υπάρχουν άλλες Jane Goodall στον κόσμο αυτή τη στιγμή;» Η Goodall απάντησε πως χάρη στο πρόγραμμα Roots & Shoots του Ινστιτούτου της υπάρχουν πλέον πολλές. Φεύγοντας από το Μέγαρο για να πάω στην παρουσίαση των αποτελεσμάτων μιας έρευνας που πολύ ζήλεψα, από το Εργαστήριο Σπουδών Φύλου του Παντείου Πανεπιστημίου, σκεφτόμουν πως, αν και σίγουρα υπάρχουν, από μόνες τους δεν αρκούν. Η Goodall έφερε και φέρνει στον κόσμο μια σημαντική αλλαγή, χάρη σε μια σύμπραξη που βρίσκεται πια πίσω από όλες σχεδόν τις καλές κοινωνικές αλλαγές της εποχής μας: η ίδια, ως άτομο, είχε το πάθος, που ευτύχησε να υποστηριχτεί από θετικά διακείμενους μη κερδοσκοπικούς φορείς και επιχειρήσεις και έτσι να κατορθώσει να προκαλέσει αλλαγή στη συμπεριφορά των ανθρώπων -ίσως και αλλαγές πολιτικής. Αυτή η σύμπραξη (ιδιωτικού, ακαδημαϊκού, επιχειρηματικού και φιλανθρωπικού τομέα) είναι νιώθω η μόνη ελπίδα που έχουμε αυτή τη στιγμή για να μελετηθούν τα μεγάλα προβλήματά μας ανεξάρτητα και σε βάθος και τα ευρήματα να γίνουν εφαλτήρια για αποτελεσματικές ενέργειες και αλλαγές -για τη φύση, για τα ζώα, για τους πρόσφυγες, για τη φτώχεια, για την εκπαίδευση, για την τρομοκρατία, για την ισότητα, για ό,τι πεις. Μένει να πάψουμε να την βλέπουμε με δυσπιστία και να μάθουμε όλοι, σε όποιο σημείο του παζλ κι αν στεκόμαστε, να την κάνουμε πιο εφικτή.

| πίσω στον χρόνο |

Διδάγματα ζωής από έναν πατέρα-”μάστορα”

Η ψυχολόγος και συγγραφέας Ανθή Δοξιάδη θυμάται τον πατέρα της, αρχιτέκτονα-πολεοδόμο Κωνσταντίνο Δοξιάδη

”Tον φυλάω στην καρδιά μου, συνέχεια, 40 χρόνια από όταν έφυγε. Κάθε φορά που γεννιέται ένα δισέγγονό του, σκέφτομαι πόσο θα καμάρωνε. Κάθε φορά που λένε αυτά τα μικρά παιδάκια κάτι τόσο έξυπνο ή ζωγραφίζουν κάτι τόσο μαγευτικό, να το έβλεπε. Όταν όλα είναι δύσκολα και μαύρα σκέφτομαι «τι θα έλεγε ο Πατέρας». Τον θυμάμαι να λέει «βάλ’ τα στη ζυγαριά, τα καλά, τα κακά, και αποφάσισε». Όταν όλα είναι ηλιόλουστα ή συμβαίνει κάτι πολύ καλό λυπάμαι που δεν θα το χαρεί.

Όταν πήρα το Διδακτορικό μου, τη στιγμή που μου το ανακοίνωσαν, χωρίς να σκεφτώ τίποτα, κοίταξα προς τα πάνω και του έκλεισα το μάτι. «Τα καταφέραμε… Παρά την παράδοξη πίστη σας ότι δεν είναι πράγματα για τις γυναίκες αυτά»! Ναι, όλη μου τη ζωή του μιλούσα στον πληθυντικό. Που για μένα έχει ακόμα μια τρυφερή αίσθηση αγάπης και σεβασμού. Δεν δηλώνει, πάντως, απόσταση και επισημότητα. Του ταίριαζε ο πληθυντικός.

Ήταν πολλά. Αυστηρός, τρυφερός, αυταρχικός, δημοκρατικός, γενναίος, προοδευτικός, δίκαιος, παλιομοδίτης, αστείος, γενναιόδωρος, δύσκολος, απαιτητικός, όλα μαζί ο πατέρας μου ο αρχιτέκτονας – πολεοδόμος, που αποκαλούσε τον εαυτό του «μάστορα».

Ναι, νομίζω ότι σφράγισε την αισθητική μου σκοπιά του κόσμου ένα σούρουπο που τον βρήκα στην κουπαστή ενός καϊκιού να κοιτάζει λυπημένος την άκρη ενός νησιού που πλησιάζαμε. – «Τι συμβαίνει;» τον ρώτησα. – «Βλέπεις αυτά τα μικρά σπιτάκια στο ακρωτήρι; Σκέφτομαι ότι δεν θα μπορέσω ποτέ να χτίσω κάτι τόσο όμορφο, όπως αυτοί οι μαστόροι του χωριού». Νομίζω ότι ολόκληρο το Islamabad που έχτισε αργότερα δεν τον παρηγόρησε. Έμαθα τι είναι αληθινά όμορφο, όμως.

Ήταν πολλά. Αυστηρός, τρυφερός, αυταρχικός, δημοκρατικός, γενναίος, προοδευτικός, δίκαιος, παλιομοδίτης, αστείος, γενναιόδωρος, δύσκολος, απαιτητικός, όλα μαζί ο πατέρας μου…» Έκοβε γιασεμιά και γαρδένιες και τις έβαζε το πρωί στο πιάτο μας. Ο ίδιος που με πέταξε από τη βάρκα, για να μάθω να κολυμπάω. Και αμέσως έπεσε κι αυτός, ώσπου να βγω στην επιφάνεια. Ο ίδιος που με άφησε να κλαίω ώρες μπρός σε ένα φλιτζάνι με κατσικίσιο γάλα που μόλις είχαν αρμέξει. Ο ίδιος που κάθε βράδυ μας έλεγε το παραμύθι για τις περιπέτειες στο νησί του Γιώργη και του Κωνσταντή, που στην Τουρκοκρατία όλο καλές, γενναίες πράξεις κάνανε στο νησί τους και σώζανε ανθρώπους. Ο ίδιος που μας έδινε καραμέλες με το σταγονόμετρο, μια Κυριακή, γυρνώντας το μεσημέρι, έφερε ένα σακουλάκι καραμέλες μενεξεδί βιολέτα, στάθηκε χαμογελαστός και μας κοίταζε τα τρία μικρά κοριτσάκια του που παίζαμε και πέταξε με δύναμη τη σακούλα στο πάτωμα, που έσκασε γεμίζοντας τον κόσμο γέλια και χαρά! Και έμαθα να μπορώ να κάνω μικρές τρέλες που δίνουν χαρά. Έξω από το κουτί.

«Τώρα που είμαστε σε τέτοιο χάλι σαν χώρα είναι η πρώτη φορά που χαίρομαι που δεν είναι εδώ. Θα ήταν τόσο λυπημένος». Μας έκανε το παιχνίδι των «20 Eρωτήσεων», τύπου «τι χρώμα μάτια έχει ο περιπτεράς στη γωνία;» κι έτσι έμαθα να παρατηρώ και πέρα από τα μάτια των ανθρώπων. Για βόλτα με πήγαινε στην Ακρόπολη και μου έλεγε να διαλέξω ποια γραβάτα θα βάλει, παρ’ όλο που αντιπαθούσε τις γραβάτες. Πάντα μια πράσινη. Που την έλεγε «εκπληκτική επιλογή». Και απέκτησα εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Και που πάντα όταν ταξίδευε, δεν έφευγε χωρίς το «Νανάκι», μια μικροσκοπική ξύλινη κούκλα σαν το μικρό του δάχτυλο, που του είχα χαρίσει ξοδεύοντας όλο μου το χαρτζιλίκι. Και ήξερα ότι θα γυρίσει πίσω ασφαλής. Όταν γεννήθηκε ο αδελφός μου, έκανε σαν τρελός από τη χαρά του. Ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα τι σπουδαίο πράγμα είναι το… αγοράκι. Και μου κόλλησε η ιδέα από τότε! Τώρα που είμαστε σε τέτοιο χάλι ως χώρα είναι η πρώτη φορά που χαίρομαι που δεν είναι εδώ. Θα ήταν τόσο λυπημένος.

acropolis-1190
Στην Ακρόπολη, τέλη δεκαετίας του ’40, ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης με τις τρεις του κόρες, ανάμεσά τους και η Ανθή. Ο Απόστολος Δοξιάδης θα ερχόταν το 1953.

Πηγή: Andro.gr


Julia Margaret Cameron

Από νοικοκυρά πρωτοπόρος της φωτογραφίας

Με βαθιά πίστη στη καλλιτεχνική αξία του έργου της, δούλεψε ασταμάτητα, φροντίζοντας μάλιστα φωτογραφίες της να εκτεθούν σαν έργα τέχνης. Ήταν η πρώτη που έκανε επίτηδες φλου φωτογραφίες, άποψη για την οποία της επετέθη μεταξύ άλλων ο, μέτριος ως φωτογράφος αλλά σημαντικός συγγραφέας, Louis Carol. «Μα δεν καταλαβαίνουν ότι ξέρω τι κάνω; Προφανώς επίτηδες τις έχω έτσι», απαντούσε.

Οι φωτογραφίες της θυμίζουν τη ζωγραφική των φίλων της προραφαηλιτών ζωγράφων, αλλά φέρουν και στοιχεία της πρώιμης αναγέννησης. Ωστόσο, δεν έκανε πικτοριαλιστική φωτογραφία, ζωγραφική απομίμηση. Από το ημερολόγιό της άλλωστε φαίνεται ότι ήταν απόλυτα συνειδητή για το ότι έκανε τέχνη σε μια εποχή που η φωτογραφία δεν είχε ακόμη αναγνωριστεί ως τέτοια. Μεταξύ των πιο διάσημων πορτρέτων της είναι αυτό της Αλις Λίντελ με τίτλο «Alethea» (από το οποίο κατά κάποιο τρόπο ξεκίνησε και η ιστορία της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων).

Είναι το πρώτο ολοκληρωμένο καλλιτεχνικό φωτογραφικό έργο. Επίσης ξεχωριστά είναι και τα πορτραίτα των διάσημων φίλων της όπως του John Herschel, του Thomas Carlyle και του Charles Darwin. Μόνο τον τελευταίο χρόνο της ζωής της, σε ένα ταξίδι στην Κεϋλάνη – όπου και πέθανε – φωτογράφισε σε εξωτερικούς χώρους πορτραίτα με την ίδια δύναμη και συγκίνηση.

Το έργο της παρέμενε άγνωστο, μέχρι που η ανιψιά της Julia Prinsep Stephen (μητέρα της Virginia Woolf) έγραψε ένα βιογραφικό της το οποίο ενέταξε στο Λεξικό των Εθνικών Βιογραφιών (το 1886). Η Virginia Woolf με τον κριτικό τέχνης Roger Fry έκαναν μια συλλογή των έργων της. Η αναγνώριση, όμως, ήρθε όταν ο γερμανός ιστορικός φωτογραφίας Helmut Gernsheim έγραψε ένα βιβλίο για την Julia Margaret Cameron.
cam 20

Όπως γράφει ο Πλάτων Ριβέλλης:

“Η Julia Margaret Cameron έλεγε παραμύθια στα παιδιά της. Για την προγιαγιά της που ήταν στην αυλή τής Μαρίας Αντουανέτας ή για τον πατέρα της που πολεμούσε με τους λογχοφόρους τής Βεγγάλης. Κι ύστερα ανακάλυψε το μεγάλο παραμύθι τής τέχνης. Τής ζωγραφικής και τής ποίησης.

Ο Λάνσελοτ και η Γκουινεβίαρ, η Οφηλία και ο Άμλετ μαζί με τις αλλόκοσμες ζωγραφικές μορφές των προραφαηλιτών φίλων της έγιναν ο ονειρικός και ταυτόχρονα πραγματικός κόσμος της.

Κι ύστερα ανακάλυψε ότι ο φωτογραφικός φακός της μπορούσε να μιλήσει κι αυτός για τέτοιες ιστορίες. Και ότι οι οικείοι της ίσως να ήταν μετενσαρκώσεις των ηρώων που κατοικούσαν στα όνειρά της. Κι ύστερα πήγε στην Ιταλία και ανακάλυψε ότι μερικούς αιώνες πιο πριν, σε μια περιοχή που έκλεινε στις πλευρές του την Τοσκάνη και την Ούμπρια, κάποιοι ζωγράφοι είχαν μεταμορφώσει Θεούς, Παναγίες και Αγίους σε ήρωες δικών τους παραμυθιών.

Το 1865, η Julia Margaret Cameron φωτογράφισε τη δική της Αγία Οικογένεια. Την έκλεισε σε έναν νοητό κύκλο. Κύκλο που σχηματίζουν τα ίδια τα πρόσωπα, το σκοτάδι και το φως. Φωλιά και φυλακή. Η ιερότητα αντλείται από το ένα, το πρώτο, το υπέροχο παραμύθι. Αλλά μεταμορφώνεται σε αιώνιο σύμβολο, όπου η φάτνη ενυπάρχει σαν ανάμνηση.

Τα πρόσωπα είμαστε εμείς, εσείς, χτες, σήμερα και πάντα. Το παραμύθι μιας κρύας νύχτας τής Βηθλεέμ έδωσε τη θέση του σε ένα άλλο παραμύθι, αυτό τής φωτογραφίας, με τη δύναμη που έχει ο χώρος τής φαντασίας, ο κόσμος τής τέχνης, η επικράτεια των ονείρων, να εναλλάσσουν τις μορφές και να είναι ταυτόχρονα άλλο και ίδιο.”

Πηγή:thessalonikiartsandculture.gr